Πόλεμοι και ψυχοτραυματισμοί

Το κείμενο που αναρτήσαμε πρόσφατα για την ιχνηλασία των ψυχοτραυματισμών στα παιδιά, από πολέμους και πολιτικές διώξεις, έδειξε ότι το ζήτημα αυτό ενδιαφέρει πολλούς.

Σας συνιστώ δύο εξαιρετικά βιβλία:

Η αυτοβιογραφία ενός Σκιάχτρου του Boris Cyrulnic (Εκδόσεις Κέλευθος). Μικρές ιστορίες πολέμων και διώξεων από διάφορες γωνιές του πλανήτη. Οι τραυματισμένοι γίνονται σκιάχτρα και χρησιμοποιούν διάφορους μηχανισμούς για να επουλώσουν τα τραύματα και να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Η κλεμμένη εφηβεία του Stanislas Tomkiewicz, (Εκδόσεις University Studio Press), έφηβου στο γκέτο της Βαρσοβίας. Επέζησε, αργότερα έγινε ψυχίατρος στη Γαλλία και αφιερώθηκε στην φροντίδα πρώτα των καθυστερημένων και μετά των παραπτωματικών εφήβων, λέγοντας «εργάζομαι με εφήβους επειδή μου έκλεψαν την εφηβεία μου». Μπόρεσε να μιλήσει για όλα αυτά πολύ-πολύ αργότερα και τελευταία για την μεγάλη του ενοχή, ότι δραπέτευσε από το τραίνο που οδηγούσε τους γονείς του στο θάνατο.

Δημ. Πλουμπίδης

Διαφημίσεις

«Στα ίχνη των ψυχοτραυματισμών»

Δ.Ν. Πλουμπίδης. «Στα ίχνη των ψυχοτραυματισμών». Στο : Μαντώ Νταλιάνη-Καραμπατζάκη. Παιδιά στη δίνη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, σημερινοί ενήλικες. Διαχρονική μελέτη για τα παιδιά που έμειναν στη φυλακή με τις κρατούμενες μητέρες τους. Επιμέλεια: Ι. Τσιάντης, Δ. Πλουμπίδης. Εκδ. Μουσείου Μπενάκη, Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου, Σχολής Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Αθήνα, 2009, LI-LVIII

Η μελέτη της  μακροχρόνιας εξέλιξης  παιδιών που υπέστησαν  πολλαπλούς  ψυχικούς τραυματισμούς, σε συνθήκες πολέμου ή  έντονων κοινωνικών αναταραχών,  κατάφεραν να  επιζήσουν και  στη συνέχεια  να συνεχίσουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την ζωή τους , θέτει μια σειρά από ερωτήματα.  Κάποια από αυτά  αφορούν  μια καθαρά κοινωνική προβληματική. Χάρη σε ποιους  θεσμούς, σε ποια δίκτυα αλληλεγγύης ή συγκυρίες φιλικές γι’ αυτά τα παιδιά, χάρη σε ποια «περάσματα» ανάμεσα στα δίχτυα εχθρικών θεσμών ή καταστάσεων  κατάφεραν να επιβιώσουν και να κρατηθούν μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν πρέπει να υποτιμούμε αυτό που γνώριζαν και γνωρίζουν όλες οι κοινωνίες, ότι δηλαδή οι καταδιωγμένοι  χρειάστηκαν, πρώτα-πρώτα,  τροφή, ρούχα και στέγη και  ένα περιβάλλον διατεθειμένο να τους συνδράμει, χωρίς αναγκαστικά  να ενδιαφέρεται για την «ψυχολογία» τους.

Στη συνέχεια,  καλούμαστε να εξετάσουμε τον βαθμό κοινωνικού αποκλεισμού που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και τις στρατηγικές που ακολούθησαν τα ίδια τα παιδιά και το περιβάλλον τους. Η προσέγγιση αυτή, συνήθως, βασίζεται σε μια σειρά από αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. εκπαίδευση, επάγγελμα, κοινωνική ζωή) αλλά μόνο έμμεσα μας δίνει πληροφορίες για τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που επιστράτευσαν  σε αυτό τον αγώνα και τους δρόμους που ακολούθησαν στην προσωπική τους εξέλιξη. Ο S.Tomkiewcz (1), Πολωνός Εβραίος έφηβος  επέζησε από την ναζιστική γενοκτονία και αργότερα  έγινε γνωστός ψυχίατρος στη Γαλλία,  γράφοντας στα απομνημονεύματα του : «αν η κοινωνική δυσχέρεια προσαρμογής (παραπτωματική συμπεριφορά, ψύχωση, βαριά νεύρωση, αδυναμία βιοπορισμού) συνοδεύεται πάντα από τεράστιο ψυχικό πόνο, το αντίθετο απέχει πολύ από το να ισχύει: ο συνεχιζόμενος ψυχικός πόνος είναι συμβατός με μία ικανοποιητική ή και εξαιρετική κοινωνική προσαρμογή».

Κάποιες πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν τις ψυχολογικές αντιδράσεις αυτών των παιδιών έχουμε από τις λίγες καταγεγραμμένες αφηγήσεις σχετικά με την αρχική εργασία υποδοχής και στήριξης τους αλλά και «εκ των υστέρων», όταν ως ενήλικοι και ως γονείς  προσέγγισαν αυτά τα τραύματα γιατί αισθάνθηκαν ότι εξακολουθούσαν να εμπλέκονται στη ζωή τους  ή στη ζωή των δικών τους.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα  του εμφυλίου πολέμου, μία πολύτιμη μαρτυρία για τα ίδια  τα παιδιά, την εξέλιξη τους και το περιβάλλον τους αποτελούν οι κασέτες με το μαγνητοφωνημένο υλικό από την έρευνα της Μ.Νταλιάνη, που  έχουν αποτεθεί στο Μουσείο Μπενάκη, χωρίς όμως  το βάθος των ψυχο τραυματισμών  να είναι πάντοτε εμφανές ούτε και σε αυτό το πλούσιο υλικό.  

Στην Ελλάδα των χρόνων  του εμφυλίου πολέμου, η βία , ο θάνατος, η φυλακή  και οι στερήσεις αφορούσαν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού με άμεσες συνέπειες στα παιδιά. Πολλές χιλιάδες από αυτά, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, βίωσαν ψυχοτραυματικές καταστάσεις (διώξεις ή φόνο των γονιών, στερήσεις, βίαια απομάκρυνση από τις εστίες κ.α.). Ένα μέρος από αυτά τα παιδιά και ασφαλώς όχι το μεγαλύτερο,  τροφοδότησε  ένα μοναδικό φαινόμενο γι’ αυτή την περίοδο, δηλαδή την συγκέντρωση περισσότερων από 50.000 παιδιών από τις ευρύτερες εμπόλεμες ζώνες, τόσο στις παιδουπόλεις  της Βασιλικής Πρόνοιας , όσο και εκτός Ελλάδας, στις τότε χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.  Πρόκειται για φαινόμενο που δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε εδώ και το οποίο έχει ελάχιστα μελετηθεί από την σκοπιά των ψυχο τραυματισμών, καθώς,  για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, καλύφθηκε από την βαθειά  σιωπή που, σχεδόν πάντα, συνοδεύει την επούλωση των εμφυλίων συγκρούσεων, πλην της χρήσης του για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Τα τελευταία χρόνια, με την απόσταση της πεντηκονταετίας, άρχισαν να εμφανίζονται σχετικά βιβλία και κείμενα  (2), (3), (4), καθώς και  προσωπικές μαρτυρίες, (5), (6).

Σε ότι αφορά οικογένειες  που ήταν ενταγμένες στην αριστερή παράταξη, φαίνεται από πολλές μαρτυρίες αλλά και από την δειγματοληπτική ακρόαση υλικού από την έρευνα της Μ. Νταλιάνη, ότι η αίσθηση του ανήκειν σε ένα  ευρύ, διωκόμενο, σύνολο, ηθικά καταξιωμένο από τους αγώνες του και με συμπεριφορές αλληλεγγύης, αποτέλεσε ένα σημαντικό προστατευτικό παράγοντα, τόσο σε κοινωνικό όσο και ψυχολογικό επίπεδο,  ενώ η αλληλεγγύη  από άτομα  ή οικογένειες του αντίθετου  στρατοπέδου  δεν ήταν σπάνια.  Τα παιδιά που δεν είχαν αυτή την προστασία υπέστησαν  βαρύτερο κοινωνικό αποκλεισμό και βίωσαν περισσότερο τον ιδρυματισμό των παιδουπόλεων.

Ο τρόπος που τα παιδιά αυτά  χρησιμοποίησαν την όποια στήριξη τους δόθηκε,  κινήθηκαν στο κοινωνικό τους περιβάλλον και προχώρησαν την ζωή τους  θέτει σημαντικά  ερωτήματα σε ότι αφορά τους  ψυχολογικούς αμυντικούς μηχανισμούς, τους οποίους μπορούμε δύσκολα να κωδικοποιήσουμε, καθώς  το «παιχνίδι» ανάμεσα στους τραυματικούς και αμυντικούς / προστατευτικούς παράγοντες είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένο, δίνοντας το ιδιαίτερο χρώμα στην κάθε ατομική περίπτωση.    

Η προστασία ενός  παιδιού από τραυματισμούς περνάει  βασικά από  το μικρο-περιβάλλον του, κυρίως την οικογένεια του και  την φροντίδα της. Επιπλέον, τα θετικά βιώματα, η αυτοπεποίθηση  που γεννήθηκαν σε ένα σχετικά ασφαλές περιβάλλον, δημιουργούν ένα είδος ψυχικής παρακαταθήκης και μπορούν στη συνέχεια να αποτελέσουν ένα σημαντικό προστατευτικό παράγοντα, όταν το παιδί θα βρεθεί «στο μάτι του κυκλώνα». Αυτό αφορά κυρίως τα μεγαλύτερα παιδιά, 5-12 ετών, που συχνά κλήθηκαν να  αντιμετωπίσουν μόνα τους, μακριά από τους γονείς τους, καταστροφές και  τραυματισμούς.

Όλες οι μελέτες  που ασχολούνται με τους τραυματισμούς και την  επιβίωση των παιδιών  σε συνθήκες πολεμικών συρράξεων,   μπορούν να προσεγγίσουν την  διαδικασία επούλωσης των τραυματικών γεγονότων, σύμφωνα  με τις θεωρητικές τους υποθέσεις, για την δομή και την ανάπτυξη του ανθρώπινου ψυχισμού. Σε όλους σχεδόν τους μελετητές υπήρχε η  αρχική πεποίθηση,  ότι  η έκθεση των παιδιών σε βαριές τραυματικές  καταστάσεις (διωγμούς, βία, θάνατο γονιών, πείνα, απομόνωση κλπ.) θα  προκαλούσε βαθύτατα ή ανυπέρβλητα τραύματα, θα άφηνε έντονα και αναγνωρίσιμα ίχνη  στην εξέλιξη τους, ανιχνεύσιμα στην έρευνα. Η πραγματικότητα αποδείχτηκε σαφώς πολυπλοκότερη, με την έννοια ότι  το τελικό αποτέλεσμα ήταν  συχνά απρόβλεπτο, δεν ήταν ευθέως ανάλογο με το βάρος των τραυματισμών  και συχνά δεν ήταν καταστροφικό. Πολλά από αυτά τα παιδιά, όπως φαίνεται και από την μελέτη της Μ.Νταλιάνη, κατάφεραν να συνεχίσουν την ζωή τους και να πετύχουν κοινωνικά, χωρίς όμως να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την βαθύτερη πορεία  τους, τον βουβό πόνο και τους ιδιαίτερους ψυχικούς δρόμους που ακολούθησαν. Η κοινωνική επιτυχία αποτελεί δείκτη ενός ψυχισμού που κατάφερε να επουλώσει τις πληγές του και να «χτίσει» καινούργιες ισορροπίες αλλά δεν επιτρέπει την υποτίμηση του βάρους των ψυχο-τραυματισμών, ούτε δίνει επαρκείς πληροφορίες για τους ιδιαίτερους ψυχολογικούς δρόμους. Ένας μηχανισμός άμυνας που έχει αναφερθεί σε πολλές μελέτες είναι   η σταδιακή και τμηματική συνειδητοποίηση των τραυμάτων, παράλληλα με την συμμετοχή σε  καθημερινές δραστηριότητες εργασίας, παιχνιδιού ή μάθησης / εκπαίδευσης, με σαφείς προστατευτικές ιδιότητες καθώς  επιτρέπουν στην ζωή να συνεχίζεται.

Σε αρκετές μαρτυρίες γίνεται αναφορά σε επαναληπτικές συμπεριφορές που συχνά  αποτελούν την μοναδική ένδειξη βαθύτερων , «θαμμένων» , ψυχοτραυματισμών  της παιδικής ηλικίας. Οι συμπεριφορές αυτές ίσως έπαιξαν, τότε, ένα θετικό ρόλο στην επιβίωση τους  (π.χ. καχυποψία ή υπερπροσαρμοστικότητα ), ενώ στην ενήλικη ζωή έγιναν συχνά αιτία ενόχλησης και ρήξεων με το περιβάλλον (7). Τις βαρύτερες επιπτώσεις είχαν τα παιδιά που οι εξωτερικοί τραυματισμοί  επέδρασαν σ’ ένα πιο εύθραυστο υπόστρωμα – όπου υπήρχε ασθενής κληρονομική προδιάθεση ή πολύ πρώιμοι και μαζικοί τραυματισμοί, όταν η απουσία της οικογένειας ήταν πλήρης, ή σοβαρές οι ανεπάρκειες της, όταν δεν λειτούργησαν ικανοποιητικά τα  υποκατάστατα της οικογένειας.  

Μελέτες για τους ψυχο τραυματισμούς των παιδιών εμφανίστηκαν αμέσως μετά τον  Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ήταν στη πλειοψηφία τους ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης. Παρά το γεγονός ότι  κυρίως αφορούσαν την,  από πολλές πλευρές, ιδιαίτερη ομάδα των λίγων Εβραιόπουλων που κατάφεραν να επιζήσουν από την ναζιστική γενοκτονία, μας άφησαν  ένα  σημαντικό σύνολο εργασιών, γύρω από τους τραυματικούς παράγοντες, τους μηχανισμούς άμυνας  και το ιδιαίτερο προφίλ των παιδιών, που επέζησαν, δείχνοντας ιδιαίτερη αντοχή  και ψυχική ευελιξία.  Τα παιδιά αυτά, συνήθως χωρίς τους γονείς τους,  επέζησαν χάρη σε ευκαιριακά δίκτυα αλληλεγγύης, όταν ο εχθρός επιζητούσε την εξόντωση τους και το κοινωνικό περιβάλλον ήταν εχθρικό ή  αδύναμο να τα συνδράμει (7),(8),(9).   Η επιβίωση τους οφειλόταν  σε κάποιες ευνοϊκές  συγκυρίες και ιδιαίτερες ατομικές ικανότητες , που έκαναν τον  B. Cyrulnc (10) να μιλάει  για αυτά τα παιδιά σαν «ψυχο-Ζορό». Η μακροχρόνια εξέλιξη αυτών των παιδιών  κίνησε την περιέργεια πολλών ερευνητών  και στην αρχή της δεκαετίας του 1970, εμφανίστηκαν μελέτες  για  την εξέλιξη τους ως ενήλικους και ως γονείς. Αυτού του τύπου οι έρευνες αφορούσαν και άλλες  ομάδες   παιδιών, δίνοντας συχνά έμφαση στα  «αντικειμενικά κριτήρια» εκτίμησης της πορείας τους : την σχολική και επαγγελματική  επιτυχία, την σωματική και ψυχική τους υγεία, την οικογενειακή τους κατάσταση, την συμπεριφορά τους ως γονείς και συζύγους και γι’ αυτό τον σκοπό χρησιμοποιήθηκαν δομημένα γραπτά ερωτηματολόγια αλλά και μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις.   Σε αυτή την κατηγορία μελετών στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό και αυτό το βιβλίο.  

Σε ότι αφορά το βάθος των τραυματισμών  και στη συνέχεια των μηχανισμών επούλωσης, πιστεύω ότι δεν είναι δυνατό να  έχουμε  μια  συνολική εικόνα, για τον  απλό λόγο ότι πρόκειται  για μηχανισμούς πολυδιάστατους, σε μεγάλο βαθμό  ασυνείδητους, συχνά  εξαρτημένους από συγκυριακούς προστατευτικούς παράγοντες. Η μελέτη της έννοιας της «κατασκευής»  στην ψυχαναλυτική θεραπεία (11) μας έχει ήδη προετοιμάσει για την  πολύπλοκη διαδικασία επούλωσης των  βαθύτερων τραυματικών καταστάσεων, έχοντας από καιρό παραιτηθεί από την «κάθαρση», που διακήρυξαν οι πρώτοι ψυχαναλυτές. H  θεραπευτική αυτή διαδικασία  πραγματοποιείται, συνήθως, πολλά χρόνια μετά τον τραυματισμό, όταν εκδηλώσεις που πιθανά συνδέονται με τις τραυματικές καταστάσεις «ενοχλούν» με διάφορους τρόπους το ίδιο το άτομο και τους δικούς του. Στηρίζεται στη βοήθεια  που προσφέρει ο θεραπευτής, με τις γνώσεις του και  «δάνεια» από τον δικό του ψυχικό κόσμο, ώστε να  έρθουν στην επιφάνεια και να  πάρουν μια μορφή, αποδεκτή στη σημερινή ζωή των ανθρώπων, σημαντικά κομμάτια από τα παλιές τραυματικές καταστάσεις και ότι τις συνοδεύει.  

Είναι γενικός κανόνας ότι παλιές και λίγο ή πολύ επουλωμένες πληγές, κανείς δεν τις  προσεγγίζει χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο. Αυτό το κίνητρο μπορεί να είναι ατομικό, με την έννοια  της ανακούφισης του ψυχικού βάρους που μπορούν ακόμα να προκαλούν ή να αναδυθούν στο πλαίσιο του απολογισμού μιας ολόκληρης ζωής (5),(6). Μπορεί να είναι και συλλογικό, όταν τα κοινωνικά ή πολεμικά γεγονότα που συνδέθηκαν με τους ψυχο- τραυματισμούς ξανάρχονται στο προσκήνιο με θετική διάθεση αποδοχής ή και επιβράβευσης των θυσιών, επιτρέποντας μέσα από την αφήγηση να προσεγγίσουμε πράγματα που κρατούσαμε «καταχωνιασμένα». Μια τέτοια περίοδο γνωρίσαμε στην Ελλάδα μετά το 1981,με την επίσημη κοινωνική αναγνώριση του Ε.Α.Μ., τις αντιστασιακές συντάξεις  και τις  ευρύτερες αναφορές στα γεγονότα του 1946-49 ως εμφύλιο πόλεμο.  

Όταν οι ψυχο-τραυματισμοί προσεγγίζονται ερευνητικά, η δυσπιστία απέναντι στον ερευνητή-συνεντευκτή, αναγκαστικά περαστικό από την   ζωή των ανθρώπων, είναι ο κανόνας, χωρίς αυτό να αναιρεί τον ανακουφιστικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει η αφήγηση παλαιών τραυμάτων, αν ο ερευνητής μπορεί να κατανοήσει, στοιχειωδώς,   τα όσα έγιναν τότε. Θα αναφερθώ και πάλι στον S. Tomkiewicz (1) όταν προσπαθεί να εξηγήσει γιατί, αντίθετα από την μεγάλη αδελφή του, σιώπησε  ως τα 48 του χρόνια : «Αν σιώπησα, αυτό δεν οφείλεται τόσο στα φρικαλέα πράγματα που έζησα στα στρατόπεδα…αλλά κυρίως στον μαζικό χαρακτήρα των φόνων που έζησα στη Πολωνία…Δεν ήθελα επίσης να μιλήσω για τα σαρκικά μου βιώματα γιατί ντρεπόμουν : οι ψείρες, η βρωμιά δεν είναι πράγματα που λέγονται και δεν μίλησα γι’ αυτά σε κανένα. Από ντροπή επίσης δεν μπορούσα να εκφράσω τον ψυχικό μου πόνο και συνήθισα από την αρχή να ελαχιστοποιώ την οδύνη. Όταν βλέπω κάποιους  τέως κρατούμενους να διηγούνται κλαίγοντας και χειρονομώντας τις αναμνήσεις τους μπροστά σε άλλους αισθάνομαι μια βαθιά δυσφορία…εγώ ποτέ δεν το μπόρεσα. Ένας ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι είμαι ανίκανος να συνδέσω το συναίσθημα με την ψυχική παράσταση που αντιστοιχεί. Αυτός είναι ίσως ένας βασικός λόγος που είμαι συγκρατημένος με την ψυχανάλυση: η απόλυτη άρνηση να κλάψω μπροστά σε ένα ψυχαναλυτάκο που δεν του φτάνει μια εύθυμη διήγηση και περιορισμένη μόνο στα γεγονότα. Έτσι χρειάστηκαν περισσότερα από 30 χρόνια για να μιλήσω, σ’ ένα μαγνητόφωνο, για τον μείζονα τραυματισμό μου, δηλαδή την εγκατάλειψη των γονιών μου μέσα στο τραίνο (σημ.: ο S.T. απόδρασε από το τραίνο που τους οδηγούσε στο θάνατο)».    

Θεωρώ μείζονα αναφορά το κείμενο της Φρ. Αμπατζοπούλου (12), όπου  ξεκινώντας από τον Ιερό Αυγουστίνο  και σχολιάζοντας την αφήγηση  Ελλήνων Εβραίων, επιζώντων της Ναζιστικής γενοκτονίας, έδωσε  κάποια κλειδιά για την δυνατότητα αφήγησης  βαριά τραυματικών  καταστάσεων (βάσανος). Λέει « …οι ιστορίες ζωής προσλαμβάνουν το χαρακτήρα μαρτυρίας μόνο χάρη στη συμ-μαρτυρία του άλλου και με τη συμ-μαρτυρία δεν εννοούμε απλώς την οπτική επαλήθευση, αλλά την ελεήμονα στάση απέναντι στη βάσανο. Χωρίς το στοιχείο του ελέους από την πλευρά του αποδέκτη της εξομολόγησης ο πόνος θα παρέμενε βουβός και ανέκφραστος. Ο πόνος θα αποκτήσει φωνή μόνο εάν ο ακροατής γίνει συμ-μάρτυρας, εάν δηλαδή κατασκευάσει μια δική του ιστορία για τον πόνο».  Τα παραπάνω αφορούν ιδιαίτερα τις ακραίες  εμπειρίες πόνου (ναζιστικά στρατόπεδα,  παρουσία σε εκτελέσεις, βασανιστήρια, βάναυσες φυλακίσεις  κλπ.), που ξεφεύγουν από όσα μπορεί να βιώσει και να φανταστεί ο καθημερινός άνθρωπος. Εάν δεν  υπάρξει «μαρτυρία» , τότε αυτά απλά δεν γίνονται πιστευτά ή ο ακροατής παγώνει και αποστασιοποιείται από αυτά που ακούει.  Η αφήγηση βάζει μια «τάξη» στα καταχωνιασμένα βιώματα, που σημαίνει , επίσης, ότι τα εναρμονίζει  με τα βιώματα της περιόδου της ζωής όπου βρίσκεται ο αφηγητής, την στιγμή της συνάντησης του με τον «μάρτυρα» – ακροατή, ερευνητή ή και θεραπευτή, τάξη που μας παραπέμπει   στη έννοια της κατασκευής, που προανέφερα. Η τάξη αυτή θα είναι προφανώς διαφορετική, το συναισθηματικό φορτίο θα είναι διαφορετικό αν τα τραύματα προσεγγιστούν ξανά σε μια άλλη περίοδο της ζωής.   Στην εποχή μας, η συχνή κινηματογραφική αναφορά σε πολέμους και βασανιστήρια  κρατά ζωντανή μια εικόνα  αυτών των καταστάσεων, απογυμνωμένη όμως  από το βιωματικό και συναισθηματικό στοιχείο. Το γεγονός ότι οι κινηματογραφικές εικόνες βίας μπορούν να προκαλούν και γέλιο ή να συνοδεύονται από κατανάλωση πίτσας και αναψυκτικών δείχνει πόσο απομακρυσμένες είναι από την δυνατότητα της μαρτυρίας, με την έννοια που προαναφέραμε. Μόνο ελάχιστοι σκηνοθέτες μπόρεσαν να περάσουν στους θεατές  μία κάποια γεύση από την διάσταση της μαρτυρίας, για παράδειγμα ο Κεν Λόουτς στο «Γη και Ελευθερία»  ή ο Ν. Μιχάλκωφ στο «Ψεύτη ήλιο».  

Ακούγοντας το μαγνητοφωνημένο υλικό από τη έρευνα της Μ. Νταλιάνη  γίνεται εμφανής η πολυπλοκότητα αυτής της αφήγησης, η εμφανής συναισθηματική αμφιθυμία και οι πολυσημίες που κρύβει αυτή η αφήγηση, αγγίζοντας παλιές πληγές. Για παράδειγμα , η ουσιαστικά θυελλώδης συνάντηση με τους γονείς που γύρισαν από την φυλακή, που μπορεί όμως να αναφέρεται ως το πιο καθημερινό γεγονός. Η αφήγηση αυτή, όμως,  είναι συχνά η ευκαιρία να ειπωθούν για πρώτη φορά ανοιχτά τα αρνητικά αισθήματα για τον «άγνωστο» γονιό που συνάντησαν σε ηλικία 10-12 ετών, αρνητικά αισθήματα που συνυπήρχαν, ταυτόχρονα, με την αποδοχή και την δύσκολη αλλά οικιοθελή συγκατοίκηση με αυτόν. Οι παλιές πληγές κάποτε αχνοφαίνονται  ή υπονοούνται με ένα μισόλογο  και αυτό δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. Κανένας δεν ξύνει παλιές πληγές χωρίς λόγο. Είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσουμε για πιο επεξεργασμένα τραύματα, που πονούν λιγότερο και στην ανάγκη να τα διανθίσουμε με την φαντασία μας (π.χ. μια σκηνή σύλληψης ή μια βαρειά αρρώστια) , παρά να αγγίξουμε τα λιγότερο επεξεργασμένα, αναγνωρίσιμα από την συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει το πλησίασμα τους, ένα είδος προειδοποίησης για  τους κινδύνους του παραπέρα «σκαλίσματος». Σε αυτή την διαδικασία ανήκουν και οι «παγίδες» που στήνονται στον ερευνητή (π.χ. η επιμονή  σε δευτερεύοντες  μηχανισμούς  ή  η τυχαία και εκ παραδρομής επισήμανση    βαρύτερων τραυματισμών, βλέποντας αν ο ερευνητής θα μπορέσει  ή θα θελήσει να πιάσει το νήμα).
Όλες αυτές οι συνιστώσες δίνουν σε κάθε τέτοια έρευνα  ένα τελείως ατομικό και ανεπανάληπτο προφίλ, ανάλογα με τον χρόνο που θα αφιερωθεί στην συνέντευξη, την πείρα του συνεντευκτή, την θεωρητική του κατεύθυνση, την ψυχοθεραπευτική του εμπειρία, την δυνατότητα να συλλέξει την μαρτυρία, με την έννοια που προαναφέραμε αλλά ακόμα και τη  διάθεση(το «κέφι») των συμμετεχόντων, να ακολουθήσουν ένα νήμα που ευκολότατα μπορεί να χαθεί. Αυτό το βλέπουμε σαφώς σε συνεντεύξεις  που επαναλαμβάνονται μετά από ένα χρονικό διάστημα, όπου τα ίδια γεγονότα χρωματίζονται διαφορετικά, τόσο γιατί η γνωριμία με τον συνεντευκτή επιτρέπει  την βαθύτερη προσέγγιση, όσο και γιατί οι αλλαγές στις κοινωνικές παραστάσεις και τις εσωτερικές διεργασίες φωτίζουν το ίδιο γεγονός από διαφορετική πλευρά. Πιστεύω ότι , όπως ακριβώς συνέβη και  με την ψυχαναλυτική θεραπεία, η  προσμονή της πλήρους «κάθαρσης» των ψυχοτραυματισμών δεν μπορεί να αποτελεί παρά μια ευγενή και κινητήρια ουτοπία, η οποία όμως  μας τροφοδοτεί με όσα ξέρουμε για αυτά τα ζητήματα.

(1)Tomkiewicz S. L’ adolescence volée. Ed. Hachette(Pluriel), Paris, 2002

(2)Λαγάνη Ε. To «Παιδομάζωμα» και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, 1949-1953. Εκδ. Ι.Σιδέρης, Αθήνα, 1996

(3)Πλουμπίδης Δ. «Οι συνέπειες των πολεμικών συρράξεων στα παιδιά». Θέματα Ψυχοδυναμικής και Ψυχοκοινωνικής Παιδοψυχιατρικής, αφιέρωμα στον καθηγητή Γ.Τσιάντη. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007, σ. 595-604

(4)Βερβενιώτη Τ. «Καλλιόπη Μουστάκα : αρχηγός Παιδούπολης «Αγία Σοφία» Βόλου» Αρχειοτάξιο, Νο 10, Ιούνιος 2008, 186-199

(5)Παγούνης Μ. Παιδιά της ελπίδας, ζωή μέσα απ’ τη στάχτη. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 2006

(6) Ατζακάς Γ. Θολός Βυθός, Εκδ.Αγρα, Αθήνα 2008

(7)Hogman Fl. «Εκτοπισμένα  εβραιόπουλα  στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Τετράδια Ψυχιατρικής, Νο 52, Οκτ. – Δεκ. 1995, 40-51

(8)Klüger R. Άρνηση Μαρτυρίας, Βιέννη-Αουσβιτς-Νεα Υόρκη. Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2008

(9)Φλαϊσερ Χ. Ο πόλεμος της μνήμης.Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Δημόσια Ιστορία. Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2008

(10)Cyrulnic B.- Duval Ph. Psychanalyse et Résilience. Ed. Od.Jacob, Paris, 2006

(11) Freud S. «Κατασκευές στην ψυχανάλυση, 1937». Εκ των Υστέρων, Νο 1, Τι κατασκευάζεται στην ψυχανάλυση, Σεπτ. 1997, σ. 5-15

(12) Αμπατζοπούλου Φρ. «Ιστορίες ζωής. Η βάσανος και η αφήγηση». Εκ των Υστέρων,Νο1, Σεπτ. 1997, σ.224-241